Ρωσική λαογραφία χωρίς λογοκρισία — επιλογές από τα «Ρωσικά μυστικά παραμύθια» του Αφανάσιεφ
«Η σπορά των πούτσων», «Ο ηλίθιος» και «Ο στρατιώτης και ο παπάς».
Περιεχόμενα

Επιλέξαμε τρία ρωσικά λαϊκά παραμύθια για ενήλικες για να δείξουμε: η λαογραφία των προγόνων μας ήταν πιο ειλικρινής και πιο τολμηρή από ό,τι συνήθως φανταζόμαστε. Παράλληλα με τα συνηθισμένα παραμυθένια μοτίβα — ζώα που μιλούν και μαγικές μεταμορφώσεις — συναντώνται σε αυτήν θέματα σωματικότητας, σεξ μεταξύ διαφορετικών ειδών, γιγαντιαίων φαλλών, δεσίματος και ομοφυλοφιλικά μοτίβα.
Τη δεκαετία του 1860, ο λογοτεχνικός μελετητής και συλλέκτης λαογραφίας Αλεξάντρ Αφανάσιεφ κατέγραψε και επεξεργάστηκε πλήθος ρωσικών λαϊκών διηγήσεων. Αυτά τα κείμενα δείχνουν πόσο ποικιλόμορφη ήταν η φαντασία των αγροτών και πόσο φυσικά γινόταν αντιληπτή η σεξουαλικότητα σε αυτό το περιβάλλον. Οι άνθρωποι της εποχής δεν απέφευγαν τις συζητήσεις για τον έρωτα και το σώμα, αστειεύονταν με προσωπικές καταστάσεις και εξέφραζαν τα συναισθήματά τους ανοιχτά.
Ο ηλίθιος
Ζούσε ένας χωρικός και μια γυναίκα, κι είχαν έναν γιο ηλίθιο. Σκέφτηκε λοιπόν πώς να παντρευτεί και να κοιμηθεί με τη γυναίκα του, και κάθε τόσο ενοχλεί τον πατέρα του:
— Πάντρεψέ με, πατερούλη!
Ο πατέρας του λέει:
— Περίμενε, γιε μου! Είναι νωρίς ακόμα να σε παντρέψω: η πούτσα σου δεν φτάνει ακόμα μέχρι τον κώλο· όταν φτάσει μέχρι τον κώλο — τότε θα σε παντρέψω.
Τότε ο γιος έπιασε με τα χέρια του την πούτσα του, την τέντωσε όσο πιο δυνατά μπορούσε, κοίταξε — και όντως είναι αλήθεια, δεν φτάνει για λίγο μέχρι τον κώλο.
— Ναι, — λέει, — είναι νωρίς ακόμα να παντρευτώ, η πούτσα είναι ακόμα μικρή, δεν φτάνει μέχρι τον κώλο! Πρέπει να περιμένω κάνα δυο χρονάκια.
Ο καιρός περνάει και περνάει, και ο ηλίθιος δεν έχει άλλη δουλειά από το να τεντώνει την πούτσα του. Και τελικά τα κατάφερε, η πούτσα του άρχισε να φτάνει όχι μόνο μέχρι τον κώλο — αλλά και να τον ξεπερνάει, και λέει στον πατέρα του:
— Λοιπόν, πατερούλη! Τώρα ήρθε η ώρα να με παντρέψεις: η πούτσα μου ξεπερνάει τον κώλο! Δεν θα ντρέπομαι να κοιμηθώ και με τη γυναίκα μου· θα την ικανοποιώ μόνος μου, δεν θα την αφήσω να πάει σε ξένους!
Ο πατέρας σκέφτηκε από μέσα του: «Τι προκοπή να περιμένεις από έναν ηλίθιο!» Και του είπε:
— Λοιπόν, γιε μου! Αφού η πούτσα σου μεγάλωσε τόσο πολύ που ξεπερνάει τον κώλο, τότε δεν υπάρχει λόγος να σε παντρέψω· ζήσε εργένης. Κάτσε σπίτι, και με τη δική σου πούτσα γάμα τον εαυτό σου στον κώλο!
Και έτσι τελείωσε η υπόθεση.
Ο στρατιώτης και ο παπάς
Του ήρθε του στρατιώτη η όρεξη να γαμήσει την παπαδιά· τι να κάνει;
Ντύθηκε με όλη την εξάρτυση, πήρε το τουφέκι του και πήγε στην αυλή του παπά.
— Λοιπόν, παπά! Βγήκε τέτοιο διάταγμα, διατάχθηκε να γαμηθούν όλοι οι παπάδες· στήσε τον κώλο σου!
— Αχ, στρατιώτη! Δεν γίνεται να με απαλλάξεις;
— Τι άλλο θα σκεφτείς! Για να τα ακούσω εγώ εξαιτίας σου; Βγάλε τα βρακιά σου γρήγορα, και στήσου στα τέσσερα.
— Λυπήσου με, στρατιώτη! Δεν γίνεται αντί για μένα να γαμήσεις την παπαδιά;
— Αυτό, ίσως, γίνεται! Αλλά να μην το μάθουν, αλλιώς θα έχουμε μπελάδες! Κι εσύ, παπά, τι θα δώσεις; Εγώ κάτω από εκατό δεν παίρνω.
— Πάρε, στρατιώτη, μόνο βοήθα με στη συμφορά.
— Λοιπόν, πήγαινε ξάπλωσε στο κάρο, και από πάνω σου βάλε την παπαδιά, εγώ θα ανέβω και δήθεν θα γαμάω εσένα!
Ο παπάς ξάπλωσε στο κάρο, η παπαδιά από πάνω του, και ο στρατιώτης της σήκωσε το φουστάνι και άρχισε να τη χτυπάει αλύπητα. Ο παπάς κειτόταν και κειτόταν, και άναψε· η πούτσα του παπά τεντώθηκε· χώθηκε στην τρύπα, μέσα από το κάρο, και προεξέχει, και μάλιστα τόσο κόκκινη! Και η κόρη του παπά κοίταζε και κοίταζε και λέει:
— Μπράβο στρατιώτη! Τι γερή πούτσα έχει: τη μάνα και τον πατέρα τους διαπέρασε πέρα για πέρα, και η άκρη της ακόμα κουνιέται!
Η σπορά των πούτσων
Ζούσαν κάποτε δύο χωρικοί, όργωσαν τη γη τους και πήγαν να σπείρουν σίκαλη. Περνάει από εκεί ένας γέροντας, πλησιάζει τον έναν χωρικό και λέει:
— Γεια σου, χωριατάκο!
— Γεια σου, γεράκο!
— Τι σπέρνεις;
— Σίκαλη, παππού.
— Ε, ο Θεός να σε βοηθήσει, να φυτρώσει η σίκαλή σου ψηλή και γεμάτη καρπό!
Πλησιάζει ο γέροντας τον άλλο χωρικό:
— Γεια σου, χωριατάκο. Τι σπέρνεις;
— Τι σε νοιάζει εσένα; Σπέρνω πούτσες!
— Ε, λοιπόν, να σου φυτρώσουν πούτσες!
Ο γέροντας έφυγε, και οι χωρικοί έσπειραν τη σίκαλη, σβάρνισαν το χωράφι και γύρισαν σπίτι.
Όταν ήρθε η άνοιξη και έπιασαν οι βροχές — στον πρώτο χωρικό φύτρωσε η σίκαλη και πυκνή και ψηλή, ενώ στον άλλο χωρικό φύτρωσαν όλο πούτσες κοκκινοκέφαλες, τόσο που έπιασαν όλο το χωράφι: δεν είχες πού να πατήσεις το πόδι σου, όλο πούτσες! Ήρθαν οι χωρικοί να δουν πώς φύτρωσε η σίκαλή τους· του ενός η ψυχή αγαλλιάζει κοιτάζοντας το χωράφι του, ενώ του άλλου η καρδιά σφίγγεται:
— Τι, — σκέφτεται, — θα κάνω εγώ τώρα με τέτοιους διαβόλους;
Περίμεναν οι χωρικοί — να που ήρθε και ο θερισμός, βγήκαν στο χωράφι: ο ένας άρχισε να θερίζει τη σίκαλη, και ο άλλος κοιτάζει — στο χωράφι του έχουν φυτρώσει πούτσες ενάμισι αρσίνι (περίπου ένα μέτρο). Στέκονται κοκκινοκέφαλες, σαν να ανθίζουν παπαρούνες. Ο χωρικός κοίταξε, ξανακοίταξε, κούνησε το κεφάλι του και γύρισε πίσω στο σπίτι· και φτάνοντας, μάζεψε μαχαίρια, τα ακόνισε καλά, πήρε μαζί του κλωστές και χαρτί, και ξαναγύρισε στο χωράφι του, και άρχισε να κόβει τις πούτσες. Κόβει ένα ζευγάρι, το τυλίγει σε χαρτί, το δένει καλά με την κλωστή και το βάζει στο κάρο. Τις έκοψε όλες και τις πήγε στην πόλη να τις πουλήσει.
— Κάτσε, — σκέφτεται, — να τις πάω, μήπως και πουλήσω σε καμιά χαζή έστω ένα ζευγαράκι!
Πηγαίνει στον δρόμο και φωνάζει με όλη του τη δύναμη:
— Θέλει κανείς πούτσες, πούτσες, πούτσες! Έχω περίφημες πούτσες για πούλημα, πούτσες, πούτσες!
Το άκουσε μια αρχόντισσα, στέλνει την καμαριέρα:
— Πήγαινε, ρώτα γρήγορα, τι πουλάει αυτός ο χωρικός;
Η κοπέλα βγήκε τρέχοντας:
— Άκουσε, χωριατάκο! Τι πουλάς;
— Πούτσες, κυρία μου!
Γυρίζει αυτή πίσω στο δωμάτιο και ντρέπεται να το πει στην αρχόντισσα:
— Λέγε λοιπόν, χαζή! — λέει η αρχόντισσα, — μην ντρέπεσαι! Λοιπόν, τι πουλάει;
— Να τι, κυρία μου, αυτός, ο παλιάνθρωπος, πούτσες πουλάει!
— Τι χαζή που είσαι! Τρέξε γρήγορα, πρόφτασέ τον και παζάρεψε, πόσο θα μου πάρει για ένα ζευγάρι;
Η κοπέλα γύρισε πίσω τον χωρικό και ρωτάει:
— Πόσο κάνει το ζευγαράκι;
— Ε, χωρίς παζάρια εκατό ρούβλια.
Μόλις το είπε αυτό η κοπέλα στην αρχόντισσα, εκείνη αμέσως έβγαλε εκατό ρούβλια.
— Πάρε, — λέει, — πήγαινε, και κοίτα, διάλεξε ποιες είναι καλύτερες, πιο μακριές και πιο χοντρές.
Φέρνει η κοπέλα τα χρήματα στον χωρικό και τον παρακαλάει:
— Μόνο, σε παρακαλώ, χωριατάκο, δώσε μου μερικές από τις καλύτερες.
— Σε μένα όλες καλές βγήκαν!
Πήρε η καμαριέρα ένα ζευγάρι γερές πούτσες, τις φέρνει και τις δίνει στην αρχόντισσα· εκείνη τις κοίταξε και της φάνηκαν πάρα πολύ ωραίες. Τις χώνει εκεί που πρέπει, αλλά δεν μπαίνουν.
— Τι σου είπε λοιπόν ο χωρικός, — ρωτάει αυτή την κοπέλα, — πώς να τις διατάζω για να λειτουργήσουν;
— Τίποτα δεν είπε, κυρία μου.
— Τι χαζή που είσαι! Πήγαινε αμέσως να ρωτήσεις.
Έτρεξε πάλι στον χωρικό:
— Άκουσε, χωριατάκο, πες μου, πώς να διατάζω το εμπόρευμά σου για να μπορεί να λειτουργήσει;
Και ο χωρικός λέει:
— Αν δώσεις άλλα εκατό ρούβλια, τότε θα σου πω!
Η καμαριέρα γρήγορα στην αρχόντισσα:
— Έτσι κι έτσι, τζάμπα δεν το λέει, κυρία μου, αλλά ζητάει άλλα εκατό ρούβλια.
— Ένα τέτοιο πράγμα και για διακόσια ρούβλια να το αγοράσεις — δεν είναι ακριβό!
Πήρε ο χωρικός το δεύτερο εκατοστάρικο και λέει:
— Αν θέλει η αρχόντισσα, ας πει μόνο: «Νο-νο!» (σ.σ. επιφώνημα για να ξεκινήσει το άλογο)
Η αρχόντισσα αμέσως ξάπλωσε στο κρεβάτι, σήκωσε το φουστάνι της και διατάζει: «Νο-νο!» Μόλις κόλλησαν πάνω της και οι δύο πούτσες, και άρχισαν να τη χτυπάνε με μανία, η αρχόντισσα πια δεν χαιρόταν, αλλά δεν μπορούσε να τις βγάλει. Πώς να γλιτώσει από τον μπελά; Στέλνει την καμαριέρα:
— Πήγαινε, πρόφτασε αυτόν τον κερατά, και ρώτα τον τι πρέπει να πω για να ξεκολλήσουν!
Ρίχτηκε η κοπέλα με όλη της τη δύναμη:
— Πες μου, χωριατάκο! Τι πρέπει να πω για να ξεκολλήσουν οι πούτσες από την αρχόντισσα; Γιατί βασάνισαν τελείως την αρχόντισσα!
Και ο χωρικός:
— Αν δώσει άλλα εκατό ρούβλια, τότε θα πω!
Τρέχει η κοπέλα στο σπίτι, και η αρχόντισσα μισοπεθαμένη κείτεται στο κρεβάτι.
— Πάρε, — λέει, — από το συρτάρι τα τελευταία εκατό ρούβλια, και πήγαινέ τα στον παλιάνθρωπο γρήγορα! Γιατί έρχεται ο θάνατός μου!
Πήρε ο χωρικός και το τρίτο εκατοστάρικο και λέει:
— Ας πει μόνο: «Τπρρου» (σ.σ. επιφώνημα για να σταματήσει το άλογο) — και αμέσως θα ξεκολλήσουν.
Έτρεξε η καμαριέρα και βλέπει — η αρχόντισσα έχει χάσει πια τελείως τις αισθήσεις της και έχει βγάλει τη γλώσσα της, — οπότε τους φώναξε η ίδια:
— Τπρρου!
Και οι δύο πούτσες αμέσως πετάχτηκαν έξω. Ανακουφίστηκε η αρχόντισσα· σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήρε και έκρυψε τις πούτσες, και άρχισε να ζει για την ευχαρίστησή της. Μόλις της έρθει η όρεξη, αμέσως τις βγάζει, διατάζει, και οι πούτσες αρχίζουν να τη δουλεύουν, μέχρι να φωνάξει η αρχόντισσα:
— Τπρρου!
Κάποια στιγμή έτυχε η αρχόντισσα να πάει επίσκεψη σε ένα άλλο χωριό, και ξέχασε να πάρει αυτές τις πούτσες μαζί της. Έμεινε στην επίσκεψη μέχρι το βράδυ και άρχισε να βαριέται: ετοιμάζεται για το σπίτι. Τότε άρχισαν να την παρακαλούν να μείνει να διανυκτερεύσει.
— Είναι εντελώς αδύνατο, — λέει η αρχόντισσα, — ξέχασα στο σπίτι ένα μυστικό πράγμα, χωρίς το οποίο δεν μπορώ να κοιμηθώ!
— Ε, αν θέλετε, — της απαντούν οι οικοδεσπότες, — θα στείλουμε γι’ αυτό έναν καλό, έμπιστο άνθρωπο, για να το φέρει σώο και αβλαβές.
Η αρχόντισσα συμφώνησε. Αμέσως ετοίμασαν έναν λακέ, να σελώσει ένα καλό άλογο, να πάει στο σπίτι της αρχόντισσας και να φέρει το τάδε πράγμα.
— Ρώτα, — λέει η αρχόντισσα, — την καμαριέρα μου, αυτή ξέρει πού είναι κρυμμένο αυτό το πράγμα.
Έφτασε λοιπόν ο λακές, η καμαριέρα του έβγαλε δύο πούτσες, και οι δύο τυλιγμένες σε χαρτί, και του τις έδωσε. Ο λακές τις έβαλε στην πίσω τσέπη, καβάλησε και ξεκίνησε για πίσω. Στον δρόμο έπρεπε να ανέβει μια ανηφόρα, και το άλογο ήταν τεμπέλικο, και μόλις άρχισε να το παροτρύνει: «Νο-νο» — αυτές ξαφνικά πετάχτηκαν και οι δύο και άρχισαν να τον χτυπάνε με μανία στον κώλο, ο υπηρέτης τρόμαξε τόσο πολύ!
— Τι θαύμα είναι αυτό;! Από πού βρέθηκαν, οι καταραμένες;
Του ήρθε του υπηρέτη να βάλει τα κλάματα, δεν ξέρει τι να κάνει! Αλλά το άλογο άρχισε να κατεβαίνει την κατηφόρα γρήγορα, οπότε του φώναξε:
— Τπρρου! — οι πούτσες αμέσως πετάχτηκαν έξω από τον κώλο.
Τις μάζεψε λοιπόν, τις τύλιξε στο χαρτί, τις έφερε και τις δίνει στην αρχόντισσα.
— Λοιπόν, όλα καλά; — ρωτάει η αρχόντισσα.
— Στο διάολο να πάνε, — λέει ο υπηρέτης, — αν δεν υπήρχε η ανηφόρα στον δρόμο, θα με είχαν γαμήσει μέχρι να φτάσω στην αυλή!
Σχετικά με τον συγγραφέα και το βιβλίο
Ο Αλεξάντρ Νικολάγιεβιτς Αφανάσιεφ (1826—1871) έμεινε στην ιστορία ως ερευνητής του σλαβικού πνευματικού πολιτισμού και συλλέκτης λαογραφίας. Από εκπαίδευση ήταν νομικός, αλλά δεν ασχολήθηκε μόνο με το δίκαιο και τα επίσημα έγγραφα. Τον ενδιέφερε και η λαϊκή δημιουργία, που για πολύ καιρό υπήρχε σε προφορική μορφή: παραμύθια, θρύλοι, παραδόσεις και τραγούδια.
Το 1860 ο Αφανάσιεφ εξέδωσε τη συλλογή «Ρωσικοί λαϊκοί θρύλοι». Σε αυτήν περιλήφθηκαν ιστορίες για αγίους και για τον Χριστό με τη μορφή που τις κατανοούσαν και τις αναδιηγούνταν οι απλοί άνθρωποι. Η εκκλησία και η λογοκρισία θεώρησαν το βιβλίο επικίνδυνο, και σύντομα απαγορεύτηκε: οι λαϊκές αντιλήψεις δεν συνέπιπταν πάντα με το επίσημο δόγμα.
Το πιο σκανδαλώδες έργο του Αφανάσιεφ ήταν τα «Μυστικά παραμύθια» (Ζαβέτνιγιε σκάζκι) — μια συλλογή ρωσικών ερωτικών διηγήσεων. Καταλάβαινε ότι στη Ρωσία του 19ου αιώνα ένα τέτοιο υλικό δεν θα περνούσε από τη λογοκρισία, και γι’ αυτό έστειλε το χειρόγραφο στην Ευρώπη. Εκεί το βιβλίο τυπώθηκε για πρώτη φορά μετά τον θάνατό του. Στη Ρωσία κυκλοφόρησε μόλις το 1992.
Ως επίγραμμα για την έκδοση χρησιμοποιήθηκαν τα λόγια από ένα από τα παραμύθια: «Τι πάει να πει ντροπή; Το να κλέψεις — είναι ντροπή, αλλά το να πεις — δεν πειράζει, όλα επιτρέπονται».
Όλα τα παραμύθια μπορείτε να τα διαβάσετε στη Βικιθήκη.


